ευόρεκτος

εὐόρεκτος, -ον (ΑΜ)
1. αυτός που έχει όρεξη
2. αυτός που προκαλεί, που δημιουργεί όρεξη, ο ορεκτικός
το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐόρεκτον
η ορεκτική τροφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ορεκτός (< ορέγω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐόρεκτος — appetizing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορεκτότερον — εὐόρεκτος appetizing adverbial comp εὐόρεκτος appetizing masc acc comp sg εὐόρεκτος appetizing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐόρεκτον — εὐόρεκτος appetizing masc/fem acc sg εὐόρεκτος appetizing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορεκτότεραι — εὐόρεκτος appetizing fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορεκτότεροι — εὐόρεκτος appetizing masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορέκτους — εὐόρεκτος appetizing masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐόρεκτα — εὐόρεκτος appetizing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐόρεκτοι — εὐόρεκτος appetizing masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.